Στις 23 Μαΐου 2022, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, συζητώντας με νέους εργαζόμενους και φοιτητές στο Μέγαρο Μαξίμου, δήλωνε ότι «ο σκοπός πλέον δεν είναι απλά πόσα λεφτά θα βγάλω», προτείνοντας να βλέπουμε τη ζωή μας «λίγο πιο σφαιρικά, λίγο πιο ολιστικά».
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2026, ο Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας στην εκπομπή «Καλημέρα Ελλάδα» του ΑΝΤ1, περιέγραφε την οικονομική κατάσταση της χώρας ως την «πιο συγκλονιστική περίοδο ευημερίας», λέγοντας μάλιστα ότι «όλη η Ευρώπη κάνει περικοπές και μία χώρα δίνει με Μητσοτάκη».
Ανάμεσα στα δύο, ο οδηγός επιβίωσης στην Ελλάδα του Μητσοτάκη, όπως προκύπτει από τις απαντήσεις που έδωσε ο ίδιος στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ του 2025, περιγράφοντας τα αποτελέσματα της πολιτικής του.
Για τις δύο δουλειές και το 13ωρο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι πρόκειται για επιλογή ορισμένων εργαζομένων. Παρουσίασε μάλιστα τη δυνατότητα 13ωρης απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη ως εναλλακτική στη μετακίνηση από τη μία δουλειά στην άλλη.
Για τη στεγαστική κρίση, επισήμανε ότι η αύξηση των αξιών των ακινήτων, που δυσκολεύει τους ενοικιαστές και τους υποψήφιους αγοραστές, ωφελεί τους ιδιοκτήτες. Στους φοιτητές συνέστησε να εξετάσουν τη συγκατοίκηση, επισημαίνοντας τα σημαντικά οικονομικά οφέλη της.
Για τους εργαζόμενους συνταξιούχους, δήλωσε ιδιαίτερα ικανοποιημένος, αναφέροντας ότι πολλοί συνεχίζουν να εργάζονται επειδή θέλουν να αισθάνονται παραγωγικοί και δημιουργικοί.
Για τη μείωση του ΦΠΑ, επικαλέστηκε τη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με την αποτελεσματικότητα του μέτρου στη συγκράτηση των τιμών, παρότι η κυβέρνησή του ανακοίνωσε μειώσεις για τα μικρά νησιά.
Για τις τιμές των τροφίμων, εμφανίστηκε ικανοποιημένος που έχουν σταθεροποιηθεί αλλά σε πολύ υψηλά επίπεδα, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι δεν συνεχίζουν να αυξάνονται.
Για τις μειώσεις στις τιμές των καυσίμων, τις απέδωσε στις διεθνείς διακυμάνσεις και όχι σε κυβερνητική παρέμβαση.
Δεύτερη δουλειά και 13ωρο για να βγει ο μήνας.
Συγκατοίκηση γιατί δεν φτάνουν για το ενοίκιο ή το στεγαστικό δάνειο.
Δουλειά και μετά τη σύνταξη.
Τρόφιμα που παραμένουν πανάκριβα και μια κυβέρνηση που παρουσιάζει τη σταθεροποίηση των υψηλών τιμών ως επιτυχία.
Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι πόσο «ολιστικά» βλέπουν οι πολίτες τη ζωή τους. Είναι πώς συμβιβάζεται η κυβερνητική εικόνα της ευημερίας με τους μισθούς που δεν φτάνουν, τα δυσβάσταχτα ενοίκια και την ακρίβεια που εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά.
Γιατί οι λογαριασμοί δεν πληρώνονται με δηλώσεις περί ευημερίας.
Ούτε το κόστος ζωής μειώνεται με συμβουλές περί αλλαγής νοοτροπίας.
Και όσο η κυβέρνηση μιλά για ευημερία, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα: Ποιοι ακριβώς την απολαμβάνουν;























