Στην Ελλάδα του 2025, οι νέοι φεύγουν από το πατρικό τους σπίτι κατά μέσο όρο στα 31 χρόνια τους, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στα 26,3 χρόνια.

Η Ελλάδα καταγράφει τη 2η χειρότερη επίδοση στην ΕΕ, μαζί με τη Σλοβακία. Χειρότερη εικόνα παρουσιάζει μόνο η Κροατία, με 31,5 χρόνια.

Και δεν είναι το μοναδικό στοιχείο.

Η Eurostat καταγράφει ότι στις χώρες όπου οι νέοι έχουν την δυνατότητα να διαμείνουν σε δικό τους σπίτι, όπως συμβαίνει σε Ολλανδία, Δανία, Γερμανία και Σουηδία, η απασχόληση στις ηλικίες 20–29 ετών τείνει να βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίθετο: οι νέοι αργούν να φύγουν από το πατρικό και η απασχόληση βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Γιατί πίσω από το «μένει ακόμα με τους γονείς του» υπάρχει μια ακόμη πραγματικότητα: Οι δουλειές, το ύψος των μισθών, το κόστος στέγασης και, τελικά, το κόστος ζωής.

Μπορεί η κυβέρνηση και ο Μητσοτάκης να μιλούν για «ισχυρή Ελλάδα», «ανάπτυξη» και «οικονομικό θαύμα», όμως τα στοιχεία, που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, περιγράφουν την πραγματική Ελλάδα: Εκείνη στην οποία φτάνεις 30 χρονών και η οικονομική αυτονομία παραμένει ζητούμενο.

Γιατί τελικά το ερώτημα δεν είναι πότε θέλει ένας νέος να φύγει από το παιδικό του δωμάτιο. Είναι πότε μπορεί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ