Η Ακροδεξιά δεν είναι ανίκητη. Και η Βραζιλία το απέδειξε ξανά.

Ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα επανεξελέγη πρόεδρος της Βραζιλίας, συγκεντρώνοντας το 51,8% των ψήφων και επικρατώντας του ακροδεξιού Φλάβιο Μπολσονάρου με διαφορά περίπου 4,5 εκατομμυρίων ψήφων.

Μια ιστορική τέταρτη προεδρική θητεία.

Μια μεγάλη πολιτική νίκη της Αριστεράς και των προοδευτικών δυνάμεων.

Μια νίκη που αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία η Ακροδεξιά ενισχύεται σε πολλές χώρες του κόσμου.

Και κυρίως, μια νίκη που δεν ήταν δεδομένη -μάλλον το αντίθετο- και πλέον στέλνει μήνυμα εντός και εκτός Αμερικής.

Ο Λούλα είχε ηττηθεί στον πρώτο γύρο.

Απέναντί του βρισκόταν ένας ισχυρός ακροδεξιός μηχανισμός, με βαθιές κοινωνικές και πολιτικές ρίζες, ισχυρή παρουσία στο Κογκρέσο και στενούς δεσμούς με το διεθνές τραμπικό στρατόπεδο.

Κι όμως, κατάφερε να ανατρέψει τους συσχετισμούς.

Γιατί η πολιτική δεν είναι οι δημοσκοπήσεις, οι μηχανισμοί και οι ισχυροί, αλλά οι κοινωνίες που κινητοποιούνται, διεκδικούν και αποφασίζουν να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων.

Η σημασία της νίκης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν δούμε όσα συμβαίνουν γύρω από τη Βραζιλία.

Τα τελευταία χρόνια, η Λατινική Αμερική γνωρίζει μια νέα ενίσχυση της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς. Από την Αργεντινή του Χαβιέρ Μιλέι μέχρι τη Χιλή του Χοσέ Αντόνιο Καστ, συντηρητικές, υπερσυντηρητικές και υπερδεξιές δυνάμεις έχουν αποκτήσει ισχυρή πολιτική παρουσία, άλλοτε από μόνες τους και άλλοτε υπό τη σκέπη ή και την ανοχή των παραδοσιακών συντηρητικών δυνάμεων.

Η εκλογική αναμέτρηση στη Βραζιλία ήταν, επομένως, πολύ περισσότερα από μια εσωτερική πολιτική μάχη αφού υπάρχουν διεθνείς προεκτάσεις.

Και στο επίκεντρό της βρίσκεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

Η οικογένεια Μπολσονάρου αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους στενότερους πολιτικούς συμμάχους του τραμπισμού στη Λατινική Αμερική.

Η κυβέρνηση Τραμπ είχε ασκήσει έντονες οικονομικές και διπλωματικές πιέσεις στη Βραζιλία, επιβάλλοντας δασμούς και κυρώσεις, ενώ είχε παρέμβει δημόσια υπέρ του Ζαΐχ Μπολσονάρου, ο οποίος καταδικάστηκε για τον ρόλο του στην απόπειρα πραξικοπήματος μετά την εκλογική ήττα του το 2022.

Ο Λούλα, αντίθετα, επέλεξε να θέσει στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας.

Να υπενθυμίσει ότι η μεγαλύτερη χώρα της Λατινικής Αμερικής δεν είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί τις επιταγές της Ουάσιγκτον.

Ότι οι διεθνείς σχέσεις δεν μπορούν να λειτουργούν με όρους υποταγής.

Ότι η δημοκρατική επιλογή ενός λαού δεν μπορεί να καθορίζεται από οικονομικές πιέσεις και γεωπολιτικούς εκβιασμούς.

Η νίκη του Λούλα αποτελεί, λοιπόν, και ένα σημαντικό πολιτικό πλήγμα στις επιδιώξεις επέκτασης της επιρροής του τραμπισμού στη Λατινική Αμερική.

Δεν πρόκειται, βέβαια, για το τέλος της ακροδεξιάς απειλής.

Το αποτέλεσμα δείχνει μια βαθιά διχασμένη κοινωνία.

Η Δεξιά διατηρεί ισχυρές κοινοβουλευτικές δυνάμεις και ο νέος πρόεδρος θα βρεθεί αντιμέτωπος με μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές δυσκολίες.

Αλλά ακριβώς γι’ αυτό η νίκη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία.

Γιατί επιτεύχθηκε σε δύσκολες συνθήκες, απέναντι σε έναν ισχυρό αντίπαλο και σε ένα δυσμενές διεθνές περιβάλλον.

Και δεν ήταν μόνο μια νίκη απέναντι στον Μπολσονάρου.

Ήταν και μια υπενθύμιση ότι η Αριστερά μπορεί να κερδίζει όταν συνδέει τη δημοκρατία με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Με την εργασία, τους μισθούς, τη μείωση των ανισοτήτων, την κοινωνική προστασία και, κυρίως, την προοπτική μιας καλύτερης ζωής.

Ο Λούλα, πέραν της δεδομένης μάχης με την ακροδεξιά, τον τραμπισμό και όσα αυτά εκπροσωπούν, έθεσε στο επίκεντρο της εκστρατείας του το κόστος ζωής, την προστασία των κοινωνικών κατακτήσεων και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας.

Αυτή είναι μια κρίσιμη πολιτική διάσταση της επικράτησής του.

Η δημοκρατία δεν υπερασπίζεται μόνο με συνθήματα. Χρειάζεται κοινωνικό περιεχόμενο.

Η νίκη του έχει ιδιαίτερη σημασία και για την Ευρώπη.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ακροδεξιά διεκδικεί την εξουσία ή συμμετέχει σε κυβερνήσεις, η χθεσινή νίκη του Λούλα στην Βραζιλία υπενθυμίζει ότι απάντηση στον αυταρχισμό δεν μπορεί να είναι η παραίτηση.

Ότι η αντιμετώπιση της κοινωνικής ανασφάλειας, των ανισοτήτων και της κρίσης εμπιστοσύνης στους θεσμούς αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων.

Και υπάρχει ακόμη μια αντίθεση που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

Ο Φλάβιο Μπολσονάρου, ακολουθώντας την πολιτική παράδοση της οικογένειάς του, αρνείται να αναγνωρίσει την εκλογική του ήττα και ζητά την ακύρωση του αποτελέσματος.

Το ίδιο πολιτικό στρατόπεδο που επικαλείται διαρκώς τη λαϊκή βούληση δυσκολεύεται να αποδεχθεί την ετυμηγορία της κάλπης όταν αυτή δεν το ευνοεί.

Και ο συμβολισμός είναι τεράστιος.

Ο Λούλα, ένας άνθρωπος που ξεκίνησε ως εργάτης, αναδείχθηκε μέσα από τους συνδικαλιστικούς αγώνες και έγινε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της παγκόσμιας Αριστεράς, επιστρέφει για τέταρτη φορά στην προεδρία της μεγαλύτερης χώρας της Λατινικής Αμερικής.

Η Βραζιλία απέδειξε ότι υπάρχει και άλλος δρόμος.

Ένας δρόμος δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης, εργασιακών δικαιωμάτων και εθνικής ανεξαρτησίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ