Χρειάστηκαν επτάμισι χρόνια κυβερνητικής προπαγάνδας, πανηγυρικών τίτλων και ρεπορτάζ στα ΜΜΕ, καθώς και διαρκών διαβεβαιώσεων για το ελληνικό «οικονομικό θαύμα» και τον «ηγέτη Μητσοτάκη», για να συνοψίσει τελικά ο ίδιος ο πρωθυπουργός το πραγματικό αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών του.
Μέσα σε μία μόνο φράση έκανε συντρίμμια το ίδιο του το αφήγημα: «Αυτά είναι που μπορούμε να κάνουμε».
Η απάντηση αυτή του Κυριάκου Μητσοτάκη, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου στην 90η ΔΕΘ, δεν ήταν μια στιγμιαία παραδοχή. Ήταν η πιο καθαρή ομολογία, από τα πλέον επίσημα χείλη, για τα όρια της κυβερνητικής πολιτικής έπειτα από δύο συνεχόμενες θητείες.
Με το χιλιοειπωμένο -και προκλητικό για την πλειοψηφία της κοινωνίας– επιχείρημα περί «δημοσιονομικής σταθερότητας», ο πρωθυπουργός, την ώρα που διεκδικεί και τρίτη συνεχόμενη τετραετία, «ένιψε τας χείρας του».
Τι απάντησε, δηλαδή, στην κοινωνία, η οποία είχε ήδη καταλάβει ότι τα μέτρα που βαφτίστηκαν «μέρισμα ανάπτυξης» δεν λειτουργούν ούτε ως ασπιρίνη;
Ότι οι ανάγκες των πολιτών είναι περισσότερες από τις δυνατότητες της κυβέρνησης. Μετέφερε έτσι τη συζήτηση από το αποτέλεσμα της πολιτικής του στις απαιτήσεις της κοινωνίας: η κυβέρνηση κάνει όσα μπορεί και οι πολίτες ζητούν περισσότερα από όσα αντέχει η οικονομία.
Μόνο που το 2019 ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μιλούσε για περιορισμένες δυνατότητες. Μόλις δύο μήνες μετά την εκλογή του, διακήρυττε από το βήμα της ΔΕΘ: «Ανάπτυξη για όλους, αλλά και ανάπτυξη παντού».
Η υπόσχεση ήταν απόλυτη.
Το 2023, έχοντας μόλις εξασφαλίσει τη δεύτερη κυβερνητική του θητεία, ο πρωθυπουργός διακήρυττε ότι η Ελλάδα ήταν πλέον «από τους πρωταγωνιστές και όχι πια ουραγός στην ανάπτυξη».
Το «για όλους» είχε αρχίσει να εξαφανίζεται. Στη θέση του μπήκαν οι οικονομικοί δείκτες, η επενδυτική βαθμίδα και οι πανηγυρισμοί για τους ρυθμούς ανάπτυξης.
Το 2026, το αφήγημα άλλαξε ξανά. Τα οφέλη της ανάπτυξης έπρεπε πλέον «να επιστρέφουν στην κοινωνία ως μέρισμα για κάθε Ελληνίδα και για κάθε Έλληνα».
Αν όμως τα οφέλη πρέπει ακόμη να «επιστρέψουν», πού βρίσκονταν όλα αυτά τα χρόνια;
Η απάντηση ήρθε την επόμενη ημέρα: «Δεν νομίζω ότι θα υπάρχει κάποιος ο οποίος θα πει ότι είναι απολύτως ικανοποιημένος από αυτά τα οποία ανακοίνωσα, αλλά είναι αυτά τα οποία μπορούμε να κάνουμε».
Αυτά μπορούν να κάνουν. Έπειτα από επτάμισι χρόνια «οικονομικού θαύματος» και μιας Ευρώπης που, σύμφωνα με το κυβερνητικό αφήγημα, σχεδόν μας ζηλεύει για την πορεία της χώρας.
Έξω από το Βελλίδειο, όμως, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη.
Είναι οι οικογένειες που αναγκάζονται να επιλέξουν ποιον λογαριασμό θα αφήσουν απλήρωτο.
Οι άνθρωποι που αφαιρούν προϊόντα από το καλάθι στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Οι νέοι και οι οικογένειες που δεν βρίσκουν σπίτι και, όταν βρίσκουν, δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος του.
Οι επαγγελματίες που βλέπουν την τιμή των καυσίμων να εξανεμίζει το εισόδημά τους.
Οι νέοι που εργάζονται, αλλά δεν μπορούν να εγκαταλείψουν το πατρικό τους σπίτι.
Σε αυτούς απευθύνεται το «αυτά μπορούμε να κάνουμε».
Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι υποχρέωση κάθε κυβέρνησης. Δεν μπορεί, όμως, να χρησιμοποιείται ως μόνιμο άλλοθι για την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, τους μισθούς που δεν φτάνουν και μια ανάπτυξη που διαφημίζεται ως εθνική επιτυχία, αλλά δεν μετατρέπεται σε καλύτερη καθημερινότητα για την κοινωνική πλειοψηφία.
Και ακριβώς εκεί όπου ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε τα όρια της κυβέρνησης, ήρθε ο Άδωνις Γεωργιάδης να εξηγήσει γιατί η κοινωνία εξακολουθεί να μην αισθάνεται ικανοποιημένη.
Μιλώντας σήμερα, Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2026 στον ΑΝΤ1, ο υπουργός Υγείας δήλωσε: «Οι άνθρωποι, ό,τι και να τους δώσεις, θέλουν πάντα κάτι παραπάνω. Είναι η ανθρώπινη φύση».
Ο πρωθυπουργός είπε ότι η κυβέρνηση δίνει όσα μπορεί.
Ο υπουργός συμπλήρωσε ότι οι πολίτες, από τη φύση τους, ζητούν πάντα περισσότερα.
Το κυβερνητικό αφήγημα ολοκληρώθηκε: δεν φταίει η πολιτική που δεν μετέτρεψε την ανάπτυξη σε ευημερία για τους πολλούς. Φταίνε οι πολλοί που δεν αρκούνται σε όσα «έλαβαν».
Από το «ανάπτυξη για όλους» του 2019, στο «αυτά μπορούμε να κάνουμε» του 2026 και, τελικά, στην «ανθρώπινη φύση» των πολιτών που ζητούν περισσότερα.
Και αν, έπειτα από επτάμισι χρόνια, «αυτά είναι που μπορούν να κάνουν», τότε το ερώτημα είναι απλό:
Για ποιον λόγο ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το επιτελικό κράτος του ζητούν άλλα τέσσερα χρόνια;






























